Σαρπηδόνιος

Σαρπηδόνιος
his shrine
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σαρπηδόνιος — ία, ο / σαρπηδόνιος, ία, ον, ΝΑ [σαρπηδών, όνος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον μυθικό ήρωα Σαρπηδόνα …   Dictionary of Greek

  • Σαρπηδόνιον — Σαρπηδόνιος his shrine masc acc sg Σαρπηδόνιος his shrine neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονίην — Σαρπηδόνιος his shrine fem acc sg (epic ionic) Σαρπηδονίη fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονίης — Σαρπηδόνιος his shrine fem gen sg (epic ionic) Σαρπηδονίη fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονίου — Σαρπηδόνιος his shrine masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονία — Σαρπηδονίᾱ , Σαρπηδόνιος his shrine fem nom/voc/acc dual Σαρπηδονίᾱ , Σαρπηδόνιος his shrine fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Σαρπηδονίᾱ , Σαρπηδονίη fem nom/voc/acc dual Σαρπηδονίᾱ , Σαρπηδονίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονίας — Σαρπηδονίᾱς , Σαρπηδόνιος his shrine fem acc pl Σαρπηδονίᾱς , Σαρπηδόνιος his shrine fem gen sg (attic doric aeolic) Σαρπηδονίᾱς , Σαρπηδονίη fem acc pl Σαρπηδονίᾱς , Σαρπηδονίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρπηδονίαν — Σαρπηδονίᾱν , Σαρπηδόνιος his shrine fem acc sg (attic doric aeolic) Σαρπηδονίᾱν , Σαρπηδονίη fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.